Κεφάλαιο 2

Η Αγωγή, κατά τον Freire, είναι αδιαχώριστη από την εξουσία και την ιδεολογία των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων. Στις κοινωνίες που τις χαρακτηρίζει η αδικία και η εκμετάλλευση, οι κάτοχοι της εξουσίας ορίζουν τις μεθόδους, τα προγράμματα, το περιεχόμενο της αγωγής, ώστε η κυρίαρχη κουλτούρα να εσωτερικεύεται από τις κυριαρχούμενες λαϊκές τάξεις και να διαιωνίζεται η εκμετάλλευση και καταπίεσή τους. Η απελευθέρωσή τους μπορεί να γίνει μόνο με τη «δική» τους παιδαγωγική που ακολουθεί διαφορετικές διαδικασίες από τις συνηθισμένες στη διδασκαλία και τη μάθηση. Μια παιδαγωγική που είναι ταυτόχρονα πολιτιστική δράση και μαθαίνει στις λαϊκές τάξεις να διερευνούν την κυρίαρχη κουλτούρα, να τη θέτουν σε δοκιμασία, να αναγνωρίζουν την ισχύ της πειθούς της και να τη μετασχηματίζουν.

Το περιεχόμενο της εκπαιδευτικής διαδικασίας-άσχετα αν πρόκειται για αξίες ή για εμπειρικές διαστάσεις της πραγματικότητας- κατά την αφήγηση, που είναι η αρρώστια του εκπαιδευτικού συστήματος, τείνει να γίνει άψυχο και απολιθωμένο και μετατρέπει τους μαθητές σε δοχεία που τα γεμίζει ο δάσκαλος.

Η εκπαίδευση γίνεται έτσι μια πράξη αποταμίευσης, όπου οι μαθητές είναι τα ταμιευτήρια κι ο δάσκαλος ο καταθέτης. Αυτή είναι η «τραπεζική αντίληψη της εκπαίδευσης», όπου η σφαίρα δράσης που επιτρέπεται στους μαθητές περιορίζεται στο να δέχονται, να καταχωρούν και να αποταμιεύουν τις καταθέσεις του δασκάλου.

Στη «τραπεζική αντίληψη της εκπαίδευσης, η γνώση είναι ένα δώρο που το χαρίζουν όσοι θεωρούν τον εαυτό τους κάτοχο γνώσεων, σε όσους αυτοί θεωρούν αδαείς.

Η ικανότητα της «τραπεζικής» αντίληψης της εκπαίδευσης να ελαχιστοποιεί ή και να εκμηδενίζει τη δημιουργική δύναμη των μαθητών και να ενισχύει την ευκολοπιστία τους εξυπηρετεί τα συμφέροντα των καταπιεστών, που ούτε νοιάζονται να αποκαλυφθεί η πραγματικότητα ούτε θέλουν να αλλάξει ο κόσμος.

Μεταχειρίζεται τους μαθητές σαν ατομικές περιπτώσεις, σαν περιθωριακούς ανθρώπους που αποκλίνουν από τη γενική φυσιογνωμία μιας «χρηστής, οργανωμένης, δίκαιης» κοινωνίας.

Αντίθετα η απελευθερωτική αγωγή ή προβληματίζουσα εκπαίδευση βοηθά τους μαθητές, να ξεπεράσουν την αποσπασματική κατανόηση του κόσμου, να εμπλακούν και να γνωρίσουν αληθινά και ολόπλευρα. Eχει δε σαν αποτέλεσμα την εξανθρώπιση.

Η γνήσια «απελευθέρωση»- η πορεία «εξανθρωπισμού»-δεν είναι μια νέα «κατάθεση» που πρέπει να γίνει στις ψυχές των ανθρώπων. Η απελευθέρωση είναι μια πράξη: είναι η δράση και ο στοχασμός. Όσοι αφιερώνουν τον εαυτό τους στην υπόθεση της απελευθέρωσης, δεν πρέπει να δέχονται ούτε τη μηχανιστική αντίληψη, που θέλει τη συνείδηση ένα άδειο δοχείο που πρέπει να γεμίσει, ούτε τη χρήση των «τραπεζικών» μεθόδων κυριαρχίας (προπαγάνδα, συνθήματα).

Η συνειδητοποίηση είναι αποτέλεσμα συνδυασμού πράξεων και παρατηρήσεων οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί σε ελεύθερες και αυτόνομες συνθήκες μάθησης. Η συνειδητοποίηση οδηγεί στην κριτική αναγνώριση του εαυτού ως υποκειμένου, που δύναται να στοχαστεί και να δράσει πάνω στον κόσμο με σκοπό να τον αλλάξει. Δηλαδή τα άτομα οδηγούνται στη χειραφέτηση και κατά συνέπεια στην αλλαγή των κοινωνικών δομών. ΄Ετσι η εκπαίδευση αποτελεί πράξη ελευθερίας και διεργασία απελευθέρωσης.

Στην προβληματίζουσα εκπαίδευση οι μαθητές με μια αυθεντική διαδικασία αφαίρεσης, που είναι ο στοχασμός τους πάνω στην εμπειρία τους, γνωρίζουν ό,τι δεν γνώριζαν προηγουμένως. Αξιοποιούνται οι αναπαραστάσεις του πραγματικού τους κόσμου για να κατανοήσουν κριτικά τη φυσική και κοινωνική τους πραγματικότητα. Μόνο που σ’ αυτή τη διαδικασία χρησιμοποιούνται όχι απλά οι συλλογισμοί τους και η λεκτική τους γνώση για τον κόσμο, δηλαδή ο στοχασμός τους, αλλά και η μετασχηματιστική τους δράση πάνω του, διαλεκτικά σε μια ενότητα που αναγνωρίζεται ως πράξη (praxis). Με την κριτική ανάλυση της δικής τους εμπειρίας -ανακαλύπτουν την κοινωνία, οδηγούνται στην ανακατασκευή της προηγούμενης και την αντικαθιστούν με μια πιο κριτική γνώση, για να κατευθυνθούν σε νέα δράση. Μέσα από τη διαλεκτική σχέση μεταξύ στοχασμού-δράσης και της νέας δράσης που ακολουθεί, πραγματοποιείται η πράξη απόκτησης της γνώσης.

Απαιτεί όμως, την άρση αντίφασης δασκάλου – μαθητή. Διαφορετικά είναι αδύνατη η λειτουργία των διαλογικών σχέσεων. Οι δάσκαλοι οφείλουν να είναι επαναστατικοί, δηλαδή να δέχονται τον διάλογο.

Με την επικοινωνία η ανθρώπινη ζωή αποκτά νόημα. Η σκέψη του δασκάλου αποκτά κύρος μόνο διαμέσου της αυθεντικότητας της σκέψης των μαθητών. Ο δάσκαλος ακολουθώντας μια διαδικασία «αποκάλυψης των σχέσεών τους με τον ιστορικό-πολιτιστικό κόσμο μέσα στον οποίο υπάρχουν», στοχάζεται μαζί τους κριτικά τις σχέσεις τους με τον κόσμο για να τους αποκαλυφθεί όχι μόνο η συνολική του εικόνα, αλλά και οι αιτίες ύπαρξης των φαινομένων. Ενεργητικοί και δραστήριοι, προσεγγίζουν τα φαινόμενα με βάση τις αλληλεξαρτήσεις τους, τις μεταξύ τους αιτιώδεις και περιστασιακές συναρθρώσεις και τις ιστορικές τους διαστάσεις, όπως αυτές τους συγκροτούν.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες πραγματώνεται ο κοινωνικός χαρακτήρας της σκέψης. Με τη διερεύνηση της γνωστικής σχέσης, εκπαιδευτικός και μαθητές συλλαμβάνουν την πραγματικότητά τους όχι στατικά, αλλά ως διαρκές γίγνεσθαι και τους εαυτούς τους ως μέρος της ιστορίας.

Έτσι δημιουργούνται προϋποθέσεις να επενεργήσουν πάνω στην πραγματικότητα και να γίνουν οι ίδιοι δημιουργοί της ιστορίας.

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: