Συνεχίζοντας το δρόμο που χάραξε ο Φρέιρε

Παρακάτω, αναφέρονται κάποια παραδείγματα συνέχισης του έργου του Φρέιρε μέσα σε διαφορετικά κάθε φορά κοινωνικά πλαίσια. Είναι ενδιαφέρον, να παρατηρήσει κανείς τον πλουραλισμό που διακατέχει τις πρακτικές, κατανοώντας ότι οφείλεται στο γεγονός ότι η κάθε μέθοδος γεννιέται ή προσαρμόζεται κάθε φορά στις ανάγκες των εκπαιδευόμενων.

Μία από τις βασικές πρακτικές που προτάσσει ο Φρέιρε είναι ο συλλογικός στοχασμός (collective reflection), ο οποίος σύμφωνα με ερευνητές μπορεί να προκαλέσει σε περιπτώσεις το αντίθετο από το επιθυμητό δημιουργώντας συναισθήματα αδυναμίας απέναντι στις δομές που οι εκπαιδευόμενοι καλούνται να αναλύσουν. Για το λόγο αυτό κάποιες έρευνες έχουν επικεντρωθεί στον τρόπο επίλυσης αυτού του προβλήματος. Ένα από τα παραδείγματα που ανακαλύψαμε έρχεται από τη Ν. Υόρκη και το Πανεπιστήμιο του Cornell, όπου χρησιμοποιήθηκε η έρευνα δράσης (action research) για να βοηθήσει το συλλογικό στοχασμό εκπαιδευτικών που εργάζονται σε κοινοτικές εκπαιδευτικές δομές. Ερωτήσεις που οφείλουν να προκύψουν σε μια διαδικασία συλλογικού στοχασμού, όπως φαίνεται να προτείνονται και από το Φρέιρε στη διαδικασία της κριτικής συνειδητοποίησης (conscientization), είναι π.χ. «Ποιος ωφελείται» και «Ποιος θα έπρεπε να ωφελείται». Θεωρώντας, λοιπόν, ότι η διαδικασία συλλογικού στοχασμού στοχεύει στη γέννηση της κριτικής ελπίδας, οι ερευνητές προσπάθησαν να βοηθήσουν τους εκπαιδευτικούς να αναλύσουν τις αξίες και τις υποθέσεις τους και να κατανοήσουν ότι αυτές διαμεσολαβούνται από συγκεκριμένες κοσμοαναλύσεις, συνειδητοποιώντας τελικά  ποιανού συμφέροντα υπηρετούν, μέσω της ανταλλαγής των εμπειριών του καθενός/ καθεμιάς. Σύμφωνα με τους ίδιους, λοιπόν, οι εντυπώσεις των εκπαιδευόμενων μετά από την παρεμβατική έρευνα που έκαναν δείχνουν ότι μάλλον κατέκτησαν το στόχο τους, αφού οι εκπαιδευτικοί φαίνεται να απέκτησαν περισσότερη δύναμη και ελπίδα για την προσπάθειά τους να αλλάξουν τη δομή στην οποία δουλεύουν. Σημαντική παρατήρηση της έρευνας είναι ότι η ίδια η ομάδα εστίασης που χρησιμοποιήθηκε για την έρευνα αποτέλεσε πηγή ενδυνάμωσης και ελπίδας για τους συμμετέχοντες (Peters et al., 2004).

Η έρευνα δράσης (action research) είναι μία μορφή συλλογικής, αυτό-στοχαστικής έρευνας, την οποία διεξάγουν οι συμμετέχοντες σε κοινωνικές καταστάσεις ώστε να βελτιώσουν: 1) τη λογική και τις αρχές που διέπουν τις κοινωνικές και εκπαιδευτικές πρακτικές τους, 2) την κατανόηση, από πλευράς των συμμετεχόντων, αυτών των πρακτικών και τις καταστάσεις στις οποίες τις εφαρμόζουν. Οι ομάδες των συμμετεχόντων μπορούν να είναι δάσκαλοι, μαθητές, γονείς, συνάδελφοι, κοινωνικοί ακτιβιστές ή οποιαδήποτε άλλα μέλη της κοινότητας- εννοώντας οποιαδήποτε ομάδα που μοιράζεται ένα κοινό ενδιαφέρον και έχει το κίνητρο και τη θέληση να το τονίσει και να ασχοληθεί με αυτό. Η προσέγγιση θεωρείται έρευνα δράσης μόνο όταν είναι συνεργατική και επιτυγχάνεται μέσω μιας δράσης που έχει εξεταστεί κριτικά από κάθε μέλος της ομάδας (Altrichter et al., 2002).

Η Συμμετοχική Έρευνα Δράσης (Participatory Action Research) είναι μία μεθοδολογία απελευθέρωσης που επηρεάστηκε πολύ από τον επίσης λατινοαμερικάνο Fals Borda και θεωρείται συνέχεια της παλιάς απελευθερωτικής παράδοσης στην εκπαίδευση, στην οποία ανήκει ο Φρέιρε, ως κομμάτι της νέας ριζοσπαστικής παιδαγωγικής. Όπως και στο παράδειγμα που προαναφέρθηκε από το Πανεπιστήμιο του Cornell χρησιμοποιούνται οι προσωπικές ιστορίες για την κατανόηση της πραγματικότητας, πρακτική που κατά τους ερευνητές έχει την ελπίδα με το μέρος της, αφού ξεκινάει από το τι έχουμε και όχι από το τι μας λείπει. Ένα από τα 4 βήματα που προτείνει σε αυτή τη μέθοδο ο Fals Borda  είναι η συλλογική μάθηση που σε αυτό το παράδειγμα αφορούσε στους κοινωνικούς τοπικούς αγώνες, οι οποίοι προσφέρουν ελπίδα στους εκπαιδευόμενους βλέποντας παραδείγματα κοινωνικής δράσης που πέτυχαν τους στόχους τους. Αυτό που πρέπει να νικηθεί είναι να μη φοβόμαστε το φόβο μας μπροστά σε κάθε σύγκρουση που μπορεί να επέλθει κατά τη διαδικασία του διαλόγου. Αντιθέτως, οι συγκρούσεις θεωρούνται παραγωγικές στη μετασχηματιστική εκπαίδευση, αφού άλλωστε δεν υπάρχει κανένα είδος ειρηνικού μετασχηματισμού (Pyrch, 2007).

Η μέθοδος Community Youth Development είναι μια εκπαιδευτική προσέγγιση που παρουσιάζει τη νεολαία ως συνεργάτες στην ανάπτυξη των κοινοτήτων τους. Αποτελεί μια μετατόπιση από το κυρίαρχο παιδαγωγικό παράδειγμα που μεταχειριζόταν τους νέους ως πρόβλημα που πρέπει να λυθεί σε ένα νέο παράδειγμα που αντιμετωπίζει τους νέους ως αυτούς που θα λύσουν τα προβλήματα και που μπορούν να δράσουν καταλυτικά για την κοινωνική αλλαγή. Ουσιαστικά, δημιουργείται ο χώρος στον οποίο, οι νέοι μπορούν να εκφραστούν, να αποκτήσουν εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους, να αναπτύξουν σχέσεις, να εφαρμόσουν τη δημοκρατία, να φανταστούν ένα καλύτερο κόσμο και να εκπαιδεύσουν οι ίδιοι τις κοινότητές τους (Peters et al., 2004).

  • Trackback are closed
  • Σχόλια (0)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: