Mυθοποιητική παιδαγωγική

O Richardson το 1996 γράφει ότι «οι ιστορίες -οι μύθοι και τα παραμύθια, καθώς και οι αληθινές ιστορίες- μπορούν να μας βοηθήσουν να διατηρήσουμε στη μνήμη τις απαρχές, τα ενδιάμεσα και τα τέλη των ζωών μας όλες μαζί. Χωρίς αυτές δε θα έχουμε ελπίδα: ναι, το να χάσεις ιστορίες είναι σαν να χάνεις την ελπίδα, αλλά αντίστροφα για να κατασκευάσεις ιστορίες σημαίνει ότι διατηρείς την ελπίδα (Hicks, 1998).

Είναι μία ευρεία έννοια από την οποία πολλά στοιχεία εφάπτονται ή/και εμπεριέχονται στα ζητήματα και στις εφαρμογές της κριτικής παιδαγωγικής. Ο Βishop (2008) παρατηρώντας ότι στον δυτικό πολιτισμό η φαντασία χρησιμοποιείται για την βελτίωση της παραγωγής και κατανάλωσης μέσω της βιομηχανίας της διασκέδασης, προτάσσει τον αγώνα για την επαναοικειοποίση της φαντασιακής προοπτικής, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Ο σκοπός του είναι, αναγνωρίζοντας τα όρια και τις δυνατότητές της, η δημιουργία μυθοποιητικών παιδαγωγικών με χαρακτηριστικά φαντασιακής διορατικότητας, δημιουργικότητας και αντίστασης. Κοινό σημείο των μυθοποιητικών παιδαγωγικών είναι μία προσπάθεια επαναφύπνισης της εμπειρίας του φαντασιακού[1], πράγμα που προωθεί με πάρα πολλού διαφορετικούς τρόπους: την εμβάθυνση μέσα από ιστορίες και παραμύθια, σε νοήματα και αντιφάσεις, την δημιουργία χώρου για αμφιβολία, το φαντασιακό παιχνίδι, την μυθολογικοποίηση, την φαντασιακή δυνατότητα της μουσικής, την δημιουργία φαντασιακών πηγών ελπίδας και άλλα. Βασικό σημείο του Βishop είναι ότι επιχειρεί να φωτίζει διάφορες πλευρές των δυνατοτήτων της φαντασίας όσον αφορά στην συμφιλίωση. Με τον όρο συμφιλίωση εννοεί την κοινωνική διαδικασία που έχει ως στόχο να σπάσει τον κύκλο της εκδίκησης και να θεραπεύσει τα αποτελέσματα τραυματικών εμπειριών που δημιουργούν ενοχές, άγχος, αγανάκτηση και αδικία. Οι εφαρμογές τις μυθοποιητικής παιδαγωγικής εισάγονται από τον Βishop με έναν ευρύ τρόπο που να καλύπτει από μελέτες γενοκτονιών και επούλωση τραυμάτων μέχρι ζητήματα κοινωνικής ζωής στα γκέτο των μητροπόλεων και το πώς για παράδειγμα η ραπ μουσική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάπτυξη της φαντασίας στην τάξη και την ανάδειξη αντι-ηγεμονικού λόγου. Μέσα από το τελευταίο παράδειγμα εντοπίζουμε την συνάντηση κομματιών της μυθοποιητική παιδαγωγική με τις θέσεις της κριτικής παιδαγωγικής του Giroux για την συνοριακή παιδαγωγική (border pedagogy[2]).

Η σύγχρονη κριτική παιδαγωγική, και ιδιαίτερα το ρεύμα της ικανότητας δράσης (action competence) από την Δανία, ασκεί κριτική στην θετικιστική περιβαλλοντική εκπαίδευση με το επιχείρημα ότι επικεντρώνει στην μεταφορά επιστημονικής γνώσης για τα περιβαλλοντικά προβλήματα αλλά αποτυχαίνει να οδηγήσει στην ικανότητα δράσης[3] (Jensen&Schnack 1997). Η έννοια της ικανότητας δράσης συνδυάζει το στοιχείο της ανάλυσης της φύσης των περιβαλλοντικών προβλημάτων με το ιδανικό μίας εκπαίδευσης που να μπορεί να κάνει κάτι περισσότερο από μία ακαδημαϊκή μεταφορά γνώσης ή μία αλλαγή συμπεριφοράς. Έτσι ενσωματώνει με ίσους όρους μία διαδικασία δραστηριοποίησης ως μέρος του παιδαγωγικού της εργαλείου. Ένα κοινό χαρακτηριστικό της τάσης της ικανότητας δράσης (action competence) με την παιδαγωγική του Freire είναι η σημασία που δίνουν οι πρώτοι στην μελέτη των εμπειριών ζωής (“life-world” approach) και πιο συγκεκριμένα στον παράγοντα των περιβαλλοντικών εμπειριών ζωής  (π.χ. περιβαλλοντικές καταστροφές, εμπειρίες στην φύση, περιβαλλοντικός ακτιβισμός) που συνέβαλαν στην διαμόρφωση των ανάλογα πιστεύω και αξιών (Finger, 1994).


[1] Με τον όρο του φαντασιακού ο Βishop εννοεί την μορφή αυτή της φαντασίας που ξεπερνάει τα όρια μίας απλά ατομικής δημιουργικότητας

[2] Η έννοια της συνοριακής παιδαγωγικής (border pedagogy) προέρχεται από τους Freire και Giroux και ασχολείται με ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας σε ομάδες που διαχωρίζονται με απόλυτο τρόπο από τα αόρατα σύνορα της φυλής, της κοινωνικό-οικονομικής τάξης, του φύλου και της εθνικής ταυτότητας

[3] H έννοια της δράσης εισάγεται εδώ συνδυάζοντας ολόκληρο το φάσμα των διαχωρισμών που αφορούν στη συμπεριφορά, στις δραστηριότητες, στις συνήθειες και στις δράσεις. Η έννοια της ικανότητας (competence) μπαίνει αδιαχώριστα με αυτήν της δράσης και χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι οποιαδήποτε δράση γίνεται συνειδητά, στοχευμένα και μέσα από μία διαδικασία ωρίμανσης.

  • Trackback are closed
  • Σχόλια (0)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: